Το μελαγχρωστικό ή χρωστικό γλαύκωμα είναι το γλαύκωμα που προκύπτει από διασπορά των κοκκίων χρωστικής της ίριδας (έγχρωμου τμήματος του ματιού) στο διηθητικό ηθμό, όπου ουσιαστικά αποχετεύεται το υδατοειδές υγρό του ματιού, το οποίο ρέει στον πρόσθιο θάλαμο και ρυθμίζει την ενδοφθάλμια πίεση. Οι μικροί αυτοί κόκκοι χρωστικής ξεφεύγοντας από την ίριδα προοδευτικά αποφράσσουν τη διέξοδο του υδατοειδούς υγρού με αποτέλεσμα την αύξηση της ενδοφθάλμιας πίεσης. Τα κοκκία χρωστικής φαίνεται να «ξεκολλάνε» από το οπίσθιο τμήμα της ίριδας.

Το χρωστικό γλαύκωμα ανήκει στα δευτεροπαθή γλαυκώματα ανοιχτής γωνίας και προσβάλλει κυρίως νέους μύωπες, ιδιαίτερα άνδρες λευκής φυλής ηλικίας μεταξύ 20 και 40 ετών. Οι βαθμοί της μυωπίας που αφορά το χρωστικό γλαύκωμα είναι -3,00 D με -4,00D. Συνήθως είναι κληρονομικό, αν και έχει παρατηρηθεί και σε άτομα τα οποία δεν είχαν κάποιο συγγενή εξ αίματος που να πάσχει.